MighMi (Mighty Miranda)

Το τοπίο μπροστά της το έβλεπε πάντοτε ως πολλά υποσχόμενο. Δεν ήταν μόνο η θετική της σκέψη, αλλά και το γεγονός ότι πετούσε. Πώς θα μπορούσε κανείς να βλέπει κακοτοπιές και εμπόδια στον αέρα; Δεν γίνεται να νιώθεις ότι κάτι θα σε σταματήσει όταν έχεις φτερά. Από την άλλη μεριά, η οπτική που αλλάζει από το ψηλά στο χαμηλά, από την πτήση στην προσγείωση είναι ικανή να σε κάνει να νιώσεις λίγο άβολα, αλλά η MighMi δεν είχε ποτέ της νιώσει ένα από τα άβολα αυτά συναισθήματα να είναι ικανά να κυριαρχήσουν στο μυαλό της.
Είναι και το γεγονός ότι κάθε φορά που κουνούσε τα φτερά της, μπορούσε να παραχθεί μουσική. Τα φτερά της που είχαν και τα δύο το σχήμα Μ έπλεκαν, θαρρείς, τα μόρια του αέρα με τρόπο όμοιο με εκείνο που θα το έκανε ένας αυλός, ένα πνευστό όργανο ή ένα ηχείο. Είχε εξελίξει τόσο πολύ την τεχνική της η MighMi που θα μπορούσε να φτιάξει τη δική της φτερωτή μελωδία στο λεπτό, έναν μοναδικό αέρινο ήχο που όλοι θα μπορούσαν να νιώσουν, μέσα στις καρδιές τους, άνθρωποι, ζώα, μέχρι και τα κτίρια θα μπορούσαν να αισθανθούν τις μουσικές δονήσεις από τα φτερά της.

Το σχήμα των φτερών, η μουσική αντίληψη της MighMi, ο πλούτος των εμπειριών της από τα εκατομμύρια χρόνια που συντρόφευε τη Γη στο ταξίδι της στο Σύμπαν, ήταν μερικά από τα ταλέντα που έκαναν την μουσική της τέχνη τόσο απόκοσμη όσο και μοναδική, μαγευτική. Κανείς δεν θα μπορούσε να αρνηθεί στα αυτιά του να γεμίσουν από την αγαλλίαση που προκαλούσε η μουσική της, ακόμα και αν δεν γνώριζε από πού ερχόταν αυτός ο ήχος.

Εκείνη χαμογελούσε όποτε έφτιαχνε τη μουσική της. Πετούσε ελεύθερη παίζοντας τη μουσική αυτή, ένιωθε, δηλαδή, την ευεργετική επίδραση του συναισθήματος που έχει κανείς όταν υπερνικά τη βαρύτητα και αποκτά ύψος. Παράλληλα, με τις νότες της υπερνικούσε τη σιωπή, τους θορύβους της πόλης, τις συζητήσεις που δεν οδηγούν πουθενά, τις άθλιες εμπορικές προσπάθειες των ανθρώπων να δημιουργήσουν κακή μουσική, την προπαγάνδα και τα λόγια του μίσους που γέμιζε με ευκολία την μοντέρνα ανθρώπινη συναναστροφή.

Αυτό ήταν που έκανε η MighMi. Έμοιαζε σα να βρισκόταν παντού, να έχει μία πανοπτική ικανότητα, να πιάνει τους ήχους που παρήγαγε η μητρόπολη, η τεράστια συγκέντρωση των ανθρώπων, που σκότωνε Φύση για να παρουσιάσει ακόμα μεγαλύτερη ποσότητα τσιμέντου σε μορφές κτιρίων και άχαρων υποδομών. Και μέσα σε αυτό το προστατευμένο περιβάλλον, με τη λέξη περιβάλλον να μην έχει πλέον κανένα κοινό με όλα όσα ορίζει ο φυσικός τόπος, αντί να ζουν όλοι οι άνθρωποι αρμονικά μαζί, προσπαθούσαν να βλάψουν ο ένας τον άλλο. Έμοιαζε λες και αφού είχαν γλιτώσει από τις προκλήσεις και τους κινδύνους από την επαφή με τη Φύση, να έχουν επιδοθεί στην ανθρωποφαγία, στο να προσπαθούν να πλήξουν τις ψυχές τους με κινούμενες εικόνες, μισαλλοδοξία, ρατσισμό και λατρεία του κενού, του υλικού κόσμου.

Η MighMi όμως, δεν ήταν άνθρωπος. Παρόλο που ζούσε κοντά στην ανθρωπότητα και όποτε το επιθυμούσε περνούσε απαρατήρητη, δεν είχε τίποτα το ανθρώπινο, με τους σύγχρονους όρους που όριζαν το ανθρώπινο. Αγαπούσε τους ανθρώπους σε αντίθεση με τα δίποδα που έβλεπε καθημερινά και μισούσαν ακόμα και τους εαυτούς τους. Δεν τους αγαπούσε απλά, όμως, ήθελε και να τους νουθετήσει, ή μάλλον να τους ξυπνήσει από τον υλικό λήθαργο στον οποίο είχαν πέσει εδώ και δεκαετίες, να τους κάνει να κοιτάξουν ψηλά και πάλι.

Θα κατάφερνε να φέρει εις πέρας ένα τόσο δύσκολο έργο μία πεταλούδα; Ναι θα το κατάφερνε, γιατί η MighMi δεν ήταν μια απλή πεταλούδα σαν τις άλλες. Ήταν ικανή να στρέψει πάνω της όλη την προσοχή μέσα σε λίγα λεπτά, αλλά αυτό ήταν ένα όπλο που είχε αποφασίσει να χρησιμοποιήσει μόνο όταν θεωρούσε εκείνη ότι είναι απολύτως απαραίτητο.

Διάλεξε να το κάνει πράξη αυτό μία Τρίτη βράδυ, εκεί γύρω στις 8, μία από εκείνες τις ημέρες και ώρες που οι άνθρωποι κλείνονται στα τσιμεντένια κλουβιά τους, ανοίγουν τις τηλεοράσεις τους για να τροφοδοτήσουν τον εγκέφαλό τους με εύπεπτο ψέμα, να συναντήσουν ανθρώπους που δεν αγαπούν, αλλά δεν το παραδέχονται, να μείνουν ακόμα πιο μόνοι πίσω από κλειστές πόρτες γιατί φοβούνται, καθώς και να επιδοθούν σε όλες εκείνες τις εθιστικές δραστηριότητες που τους κάνουν να ξεχνούν πώς είναι να σκέφτεσαι και τι σημαίνει να σκέφτεσαι όχι μόνο για εσένα, αλλά και για όλους τους άλλους.

Πέταξε, λοιπόν, με χάρη, πάνω ψηλά μέχρι να ξεπεράσει σε ύψος και το πιο ψηλό κτίριο της μητρόπολης, το τεχνούργημα – στολίδι των ανθρώπων, έναν πύργο από σίδερο και γυαλί, έναν ύμνο στην επίπλαστη πολυτέλεια, πιο ψηλό και από τα δέντρα του αρχαίου δάσους που ήταν κάποτε στη θέση του, κατασκευασμένο έτσι, χωρίς άλλο λόγο πέρα από την ανάγκη τους να νιώσουν ότι μπορούν να κυριαρχήσουν πάνω σε κάτι που δεν μπορούν να καταλάβουν. Η MighMi έφτασε στην κορυφή του κτιρίου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και άρχισε να αιωρείται συγκεντρώνοντας στα αισθητήρια όργανά της όλες τις πληροφορίες από τον κόσμο των ανθρώπων. Δεν φοβόταν να εκτεθεί σε τόσο μίσος, προπαγάνδα, ψέματα, ανούσιες συζητήσεις και ευθείες επιθέσεις κενού περιεχομένου στην ποιότητα. Ήξερε ότι ο ρόλος της ήταν να τα αφήσει να συγκεντρωθούν μέσα της μέχρι το μοναδικό χρονικό σημείο που θα ξεκινούσε να κουνά τα φτερά της και να αρχίσει να παράγεται η μουσική της.

Η βραδιά προχωρούσε και η MighMi συγκέντρωνε δόγματα και διαχωρισμούς, λες και αυτή ήταν η απαραίτητη καύσιμη ύλη για να ξεκινήσει να λειτουργεί η εσωτερική της μηχανή της ενότητας που καθώς λειτουργούσε έβγαζε νότες στο χώρο. Τα φτερά της ξεκίνησαν να κουνιούνται, με μικρές αργές κινήσεις στην αρχή και έτσι τα δύο φτερά σχήματος Μ έδειχναν όμοια με τα χέρια μιας σοφής γριάς που έπλεκαν ακόμα και όταν δεν είχαν βελόνα και κλωστή. Η ταχύτητα της κίνησής τους έφτασε σε ένα επίπεδο ρυθμικού παλμού και νότες άρχισαν να διαχέονται. Η ένταση αυξανόταν με γεωμετρική πρόοδο, σταδιακά ο ήχος κυριαρχούσε στο χώρο. Κάποιοι -ελάχιστοι στην αρχή- άνθρωποι, εκείνοι που περπατούσαν έξω στα σοκάκια, άρχισαν να παραξενεύονται από τον ήχο που ακουγόταν και ξεκίνησαν να νιώθουν ότι κάτι συμβαίνει. Έστεκαν ακούνητοι και κοιτούσαν δεξιά και αριστερά για να μπορέσουν να εντοπίσουν την πηγή αυτού του περίεργου ήχου που άκουγαν.

Η MighMi ξεκίνησε να χαμογελά, ή μάλλον να σχηματίζει το ανθρώπινο αντίστοιχο του ανθρώπινου χαμόγελου στο στρογγυλό κεφάλι της που είχε ένα σχήμα που θα μπορούσε κανείς να πει ότι θυμίζει το κεφάλι μίας πανέμορφης γυναίκας. Αυτή ήταν η κρίσιμη στιγμή και είχε κιόλας φτάσει. Το χαμόγελο αυτό σηματοδοτούσε την απόλυτη αλλαγή του ρυθμού, τώρα τα φτερά κινούνταν με την ταχύτητα του φωτός. Οι ήχοι ήταν κυρίαρχοι. Κάλυπταν τα πάντα. Ακόμα και όσοι βρίσκονταν σε ηχομονωμένα στούντιο τους άκουγαν, όλα ήταν το “τραγούδι” της MighMi και δεν μπορούσε κανείς να το αποφύγει. Ένας συνδυασμός δημιουργίας, μαζί με το φόβο του αγνώστου κατέκλυσε τους ανθρώπους. Κανείς, όμως, δεν μπορούσε να αντισταθεί σε αυτή την πρόσκληση-πρόκληση που συντόνιζε τα εγκεφαλικά κύτταρα των διπόδων και μπορούσε να αποκωδικοποιηθεί μόνο με τις λέξεις “Έλα, εδώ, μαζί μας!”. Όλοι το έκαναν. Βγήκαν όλοι μαζί από τα τσιμεντένια τους κλουβιά. Βγήκαν όλοι από τα σπίτια τους ταυτόχρονα, λες και άνηκαν σε μια ορχήστρα! Ένα τεράστιο πλήθος κατέκλυσε τους δρόμους, ένα ποτάμι από ανθρώπους που έρεε προς μία κατεύθυνση, το σημείο στο οποίο πετούσε αγέρωχη η μικροσκοπική MighMi.

Μαγεμένοι, μαγνητισμένοι από το απόκοσμο ηχόχρωμα των ουρανών, σκλάβοι της νέας αφύπνισης, έτοιμοι να φτιάξουν για πρώτη τους φορά νέες συνάψεις στους εγκεφάλους τους, να ανακαλύψουν ότι έχουν μέσα βαθιά μία κρυμμένη δύναμη που λέγεται συνείδηση, ότι είναι ικανοί να προβληματιστούν, να στοχαστούν και να βάλουν την εγκεφαλική τους μηχανή σε λειτουργία.

Για να το κάνουν αυτό ομαλά, έπρεπε να γίνουν “πρόβατα” για μία τελευταία φορά. Να ακολουθήσουν τυφλά τη μαγική μουσική της MighMi προκειμένου να ποδηγετηθούν και να βγουν έξω από τα όριά τους. Τώρα ήταν έτοιμοι για την επόμενη πράξη. Καθώς τα φτερά της έφταναν στην ταχύτητα του φωτός, η MighMi μετατρεπόταν σταδιακά σε ακτίνα φωτός, ολόκληρη μετουσιωνόταν σε φωτόνια, έτοιμη να γίνει ένα με τα μόρια του αέρα γύρω της. Θα μετατρεπόταν σε φως, θα εκπλήρωνε το σκοπό της. Τώρα θα επανέφερε την ανθρωπότητα σε αυτό που έλεγε το ίδιο το όνομά της. Θα έκανε τον κάθε άνθρωπο να φύγει από τη ζωή του καταναλωτικού διπόδου και να εισέλθει στην εποχή που θα κοίταζε ψηλά, ξανά με τα μάτια της συνείδησης. Η MighMi άρχισε να περιστρέφεται σε έναν ραδιενεργό χορό της δημιουργίας, με μουσική υπόκρουση τον ήχο που θα έκανε ένα πάλσαρ εάν μιλούσε με μία μαύρη τρύπα. Ένα εκατομμύριο λαμπυρίσματα άστραψαν μεμιάς, σα να επρόκειτο για το απόλυτο πυροτέχνημα του “Είναι” σε μία συνδιαλλαγή με το “Για Πάντα” και ξάφνου όλος ο χώρος, το οπτικό πεδίο όλου του πλήθους μετατράπηκε σε Φως.

Κανείς δεν τυφλώθηκε από τη λάμψη που έβγαλε η MighMi καθώς από πεταλούδα μεταμορφώθηκε σε μουσικό φως. Αντίθετα, ξύπνησαν όλες οι κύριες αισθήσεις. Δεν ήταν μόνο τα μάτια που ένιωσαν τη διέγερση, ή τα αυτιά που συντονίστηκαν με τον ήχο των φτερών της. Οι άνθρωποι μύρισαν τον αέρα της αλλαγής που έφερε η ακτίνα φωτός, ένιωσαν τα χέρια τους να αποκτούν και πάλι τη δύναμη της χειραφέτησης και γεύτηκαν με όλο τους το είναι τη νέα εποχή. Κατάλαβαν ότι μπορούν να γευτούν το αύριο, σπάζοντας το δεσμό με το σήμερα, ξεχνώντας αγκυλώσεις που το παρελθόν χρησιμοποιεί ως υπόβαθρο για να ριζωθεί ως ανάμνηση και διδαχή στον άξονα μέτρησης του χρόνου. Τώρα, είχαν μπροστά τους ένα νέο φως για να τους δείχνει το δρόμο, άλλωστε όλοι οι μύθοι που η ανθρωπότητα έφτιαχνε μέχρι σήμερα για να εκφράσει την ελπίδα ξεκινούσαν από το φως.

Η MighMi πέρασε από την ομορφιά της ντελικάτης μορφής μιας πεταλούδας σε μια κατάσταση υπερ-ύπαρξης στο επέκεινα. Τώρα ήταν παντού, διασκορπισμένη σε ένα σύνολο που μόνο με τα Μαθηματικά του Απείρου θα μπορούσε να μετρηθεί. Είχε γίνει ένα fractal της ακμής, μια μορφή όμοια με εκείνες που είχαν αναδυθεί από το Φως της Μεγάλης Έκρηξης στην αρχή των πάντων. Δεν είχε διαλυθεί, αλλά τώρα ήταν ένα με τα πάντα, είχε γίνει μια μουσική ύπαρξη που μπορούσες να βρεις σε μια δροσοσταλίδα πάνω σε ένα φύλλο, σε ένα φωτόνιο που περνά με ταχύτητα μέσα στον σκοτεινό βυθό της θάλασσας και ορίζει το πάνω και το κάτω. Έγινε το ηλεκτρικό σήμα που στέλνει ένας νευρώνας στο δίκτυο του ανθρώπινου εγκεφάλου και οι ψυχολόγοι ονομάζουν σκέψη, οι ιερείς θεό, ενώ οι ποιητές ιδέα. Στην πραγματικότητα, όμως, τώρα ήταν όραμα και όνειρο. Και θα ζούσε για πάντα…

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *