Μητεραγήρ

Ο γερανός σήκωσε με άνεση το τεράστιο βάρος του μετάλλου που ήταν συγκεντρωμένο εμπρός του. Ο χειριστής του σκέφτηκε βαριεστημένα ότι για ακόμα μία φορά είχε βάλει το μυαλό του να αναρωτιέται πώς στο καλό μαζεύεται τόσο άχρηστο μέταλλο σε αυτή την περιοχή. Από πού προέρχεται; Σε τι μορφή ήταν παλιά; Και αν επιτελούσε, όντως, κάποιο τόσο σημαντικό έργο, ώστε να κατασκευάζεται σε τέτοιες ποσότητες, για ποιο λόγο πετιέται τώρα;

Πότε πρόλαβε να μετατραπεί από απαραίτητο συστατικό του οπλισμένου σκυροδέματος για τα κτίρια της μεγαλούπολης σε άχρηστη και άμορφη μάζα που προοριζόταν να χωθεί βαθιά στα έγκατα της Γης; Σε τελική ανάλυση, σκεφτόταν ο χειριστής, δεν ήταν η δική του δουλειά να δώσει απαντήσεις σε όλα αυτά τα ερωτήματα. Αυτός έπρεπε, απλώς, να φορτώσει τα γιγάντια φορτηγά τα οποία περίμεναν με τις μηχανές τους αναμμένες.

Ήταν τόσο βαθύ το σκοτάδι που με δυσκολία κανείς θα μπορούσε να παρατηρήσει μία ανεπαίσθητη κίνηση στο έδαφος δίπλα από τους σωρούς με το άχρηστο μέταλλο. Κάποιος πραγματικά παρατηρητικός θα έβλεπε πως η σκόνη έπαιρνε το σχήμα μίας θηλυκής μορφής και έμοιαζε να αγκαλιάζει με δέος τα σίδερα.

Αλλά αυτό θα μπορούσε να είναι και ένας περίεργος αντικατοπτρισμός, συνέπεια των προβολέων τόσων οχημάτων και της κίνησής τους στο χώρο. Η αλήθεια, όμως, ήταν ότι το ελαφρύ χώμα έπαιρνε όντως μορφές, γίνονταν τα μόριά του υλικό ζωής και αερικό και πήγαινε κοντά στο μέταλλο σαν να έλκονταν από αυτό. Το αγκάλιαζε χωρίς να βγάζει ήχους και το άγγιζε λάγνα, σαν να αδημονούσε για την ώρα και τη στιγμή που θα το έβαζε μέσα της.

Μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα, στο ανατολικό νεκροταφείο της πόλης, φυσούσε ανεπαίσθητο αεράκι. Όπως ήταν φυσικό, η σκόνη σχημάτιζε μικρούς στροβίλους εδώ και εκεί. Κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι είναι εφικτό αυτοί οι σχηματισμοί σκόνης να δημιουργούν μορφές, που σε αυτή την περίπτωση έμοιαζαν με γυναίκες αέρινες, σα να είναι βγαλμένες από κάποιο παραμύθι. Μόνο που οι μορφές του νεκροταφείου δεν έμοιαζαν να προέρχονται από την παιδική φαντασία, αλλά από τον πιο διεστραμμένο νου.

Έβγαζαν ήχους υπόκωφους, τρομακτικούς, σα να γρυλλίζουν σε συχνότητες που το ανθρώπινο αυτί είναι ανίκανο να ακούσει. Τριγυρνούσαν εδώ και εκεί στους τάφους των ανθρώπων και μόλις ακουμπούσαν είτε κάποια φωτογραφία νεκρού, είτε απλώς το κάθε μνήμα, έφευγαν πανικόβλητες μακριά, σαν να τις έπαιρνε ο άνεμος σε άλλα μέρη. Εάν δεν προλάβαιναν να απομακρυνθούν από τους τάφους και ακουμπούσαν παρατεταμένα πάνω τους, τότε πράγματι σκορπίζονταν στα σημεία του ορίζοντα, βγάζοντας μια στριγκλιά που έμοιαζε να προέρχεται από μία μίξη των ήχων που βγάζει ο αέρας όταν περνά μέσα από στενές σχισμές και της απελπισμένης κραυγής ενός αμνού όταν σφάζεται σε θυσία προς τους θεούς των ανθρώπων.

Εδώ όμως, οι άνθρωποι κείτονταν όλοι στο Βασίλειο των Νεκρών και το μόνο στοιχείο που έμοιαζε να ακολουθεί τις επιταγές του Αεικίνητου ήταν ο αέρας μαζί με τα μόρια της σκόνης, σε ένα μεταφυσικό παιχνίδι αντικατοπτρισμών και μη-πραγματικότητας. Από την άλλη, οι σχεδόν σοκολατένιες μορφές των θηλυκών οντοτήτων από σκόνη έμοιαζαν τρομακτικές και μισάνθρωπες. Δεν άντεχαν να αγγίζουν τις ταφικές δημιουργίες των ανθρώπων και έλιωναν, σκόρπιζαν σε ασήμαντα μόρια αέρα κάθε φορά που άγγιζαν ένα τάφο.

Αντίθετα, εκείνες οι τυχερές όσο και ανίδωτες μορφές στα σκουπίδια έμοιαζαν (αν μπορούσε κανείς πραγματικά να τις παρατηρήσει…) σχεδόν ευτυχισμένες. Έγλυφαν το μέταλλο, το λάτρευαν, λες και ήταν εκείνο ο Θεός του Απόλυτου και εκείνες οι ταπεινοί προσκυνητές που είχαν μοναδική επαφή μαζί του διαβάζοντας τις Γραφές, ενώ μπόρεσαν για μία φοβερή στιγμή να δουν μπροστά τους τα θαύματα και τις εμφανίσεις Του. Ο Δημιουργός για αυτές δεν ήταν άλλος από τον Μηχανικό και η Λατρεία τους ήταν η ικανότητα χειραγώγησης της Φύσης που διδάσκεται σε ένα Πολυτεχνείο. Να μπορούσε έστω και ένας καθηγητής τεχνικών μαθημάτων σε κάποια αντίστοιχη σχολή να τις δει να χαϊδεύουν με τόσο πάθος το μέταλλο… είναι δεδομένο ότι θα σχημάτιζε μία σχεδόν μεσσιανική άποψη για τη δουλειά του, η οποία χρωματίζεται μεν με ψήγματα δημιουργικότητας, στην πραγματικότητα, όμως, δεν είναι τίποτε περισσότερο από μία απόλυτη έκφανση της παρά φύσει καταστροφής…

Η νύχτα κυλούσε έτσι μυστικά και ομαλά για τους ανυποψίαστους πολίτες της τεράστιας μεγαλούπολης που είχε κατακλύσει τις φυσικές περιοχές τους Κάλλους και της Αρμονίας με τεχνικές εκφράσεις του Πρακτικού και του Παραγωγικού. Κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι κάτω από τα θεμέλια της πόλης χτυπούσε μία καρδιά του γεωλογικού πάθους, μία οντότητα που δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτή από τα ανθρώπινα αισθητήρια, αλλά ήταν πολύ πιο ζωντανή από ένα παιδί που μόλις είχε κάνει τα πρώτα του βήματα. Ήταν η Μητεραγήρ, ένα πλάσμα πλανητικό, το οποίο δεν είχε καμία στατική μορφή. Πότε έδειχνε την ύπαρξή του με τις μορφές των θηλυκών θεοτήτων από τη σκόνη, πότε μιλούσε στους υποψιασμένους με ένα κύμα στην απέραντη θάλασσα και πότε έδειχνε τη δυσαρέσκειά του με ένα σεισμό.

Η Μητεραγήρ δεν ήταν μία ειρηνική δύναμη, η οποία προστάτευε αρμονικά όλα τα πλάσματα που έτρεχαν, ανέπνεαν και ζούσαν πάνω της. Ζητούσε το αίμα και τη σάρκα τους. Ήθελε να αφομοιώσει όλα τα πλάσματα της πλάσης, να τα κάνει δικά της αφότου για μία ολόκληρη ζωή είχε χαρίσει απλόχερα τα στοιχεία που είχαν αυτά ανάγκη προκειμένου να ζήσουν, να αγαπήσουν και να ονειρευτούν. Το χαρακτηριστικό της, μέχρι τη λεγόμενη Επανάσταση Της Μηχανής των Ανθρώπων, ήταν η υπομονή. Η Μητεραγήρ δεν έκανε τίποτε όσο οι τελετουργίες των ανθρώπων επέτρεπαν την προσφορά πτωμάτων στα σωθικά της. Οι περισσότεροι έθαβαν τα πτώματα των νεκρών τους μέσα στα έγκατα της Γης, μόνο που αγνοούσαν ότι όλη η Γη ήταν μία ενιαία οντότητα, το όνομα της οποίας ήταν Μητεραγηρ και δεν έκανε ποτέ ευθέως γνωστή την παρουσία της.

Η Μητεραγήρ ήταν Μητέρα και Βαμπίρ μαζί. Ρουφούσε με πάθος τη ζωτική ύλη των ψυχών που άφηναν τον κόσμο των ζωντανών για εκείνον που στην πραγματικότητα κανείς δεν μπορούσε να περιγράψει και να αντιληφθεί.

Τα διάφορα δόγματα είχαν αναπτύξει θεωρίες που εξηγούσαν τι συνέβαινε μετά το θάνατο του κάθε ανθρώπου, κανένα, όμως, δεν ήταν ικανό να κατανοήσει ότι μετά την παύση του καρδιακού ρυθμού ενός ανθρώπου δεν υπήρχε παρά μία επιλογή: η παράδοση του νεκρού στα βάθη της Γης μέσω της ταφής, ή η καύση. Και στις δυο περιπτώσεις, η κρυφή οντότητα της Μητεραγήρ έπαιρνε τα θρεπτικά συστατικά από τα πτώματα των ανθρώπων, ρουφούσε τους εγκεφάλους τους και έκανε με ένα δημιουργικό τρόπο όλη την ύλη, πνεύμα. Αυτή ήταν ουσιαστικά η μετά θάνατον Ζωή, για την οποία μιλούσαν οι θρησκείες στον πλανήτη… ένα συνονθύλευμα από διαφορετικές ζωές και αναμνήσεις, αποτυπωμένες στον αποθηκευτικό χώρο των ανθρώπινων εγκεφάλων, οι οποίες μπορούσαν με ευκολία να γίνουν κατανοητές από την Μητεραγήρ. Τις έπαιρνε όλες, μαζί με τα στοιχεία που άλλοτε έδιναν ζωή στα κουφάρια, το αίμα, τα κύτταρα και άλλα συστατικά.

Η Μητεραγήρ δεν είχε ως αποκλειστική της δραστηριότητα την ενσωμάτωση στο δικό της παντοδύναμο Νου, όλων όσων έβλεπε να κάνουν οι άνθρωποι με τις ικανότατες συσκευές τους. Δεν ενδιαφερόταν αποκλειστικά για τις αναμνήσεις, τα φαντάσματα των συναισθημάτων των νεκρών ανθρώπων, τις αντανακλάσεις των γεμάτων ένταση, ή αδιάφορων ζωών τους. Με τον καιρό είχε αρχίσει να αναπτύσσει άλλες ασχολίες, καθώς οι άνθρωποι έμοιαζαν σαν να ήθελαν να την τροφοδοτούν με άλλα δεδομένα, πρωτόγνωρα ακόμα και για ένα πλανητικό πνεύμα. Έπαιρναν τα στοιχεία της Φύσης, τα «παιδιά» της και τα μετασκεύαζαν με τρόπο πολλές φορές θαυμαστό. Τα χρησιμοποιούσαν για κάποια χρόνια (στο χρονικό σύμπαν της Μητεραγήρ, αυτό δεν διαρκούσε παρά μόνο μερικές στιγμές) και μετά τα πετούσαν όπου έβρισκαν διαθέσιμο χώρο. Η Μητεραγήρ, στην προσπάθειά της να τα κατανοήσει, τα αφομοίωνε με αδηφάγο τρόπο, αναπτύσσοντας έναν άσβεστο εθισμό για όλα τα προϊόντα και τις κατασκευές των ανθρώπων.

Έστελνε τις Μάγισσες της σκόνης, τις θηλυκές υλικές μορφές της από τα σωματίδια του βασικού συστατικού της, που δεν ήταν άλλο από το χώμα, προκειμένου να τελέσει τη διαδικασία της αφομοίωσης τους. Ό,τι οι άνθρωποι έβλεπαν ως σκουριά, ήταν το σημάδι της έναρξης της διαδικασίας αφομοίωσης. Η Μητεραγήρ δεν ήταν ένα πνεύμα που θα μπορούσε να ικανοποιηθεί απλώς και μόνο με τη διαδικασία της υλικής αποδόμησης των πραγμάτων. Ο σκοπός της παρέμενε η κατάκτηση του Όλου, η ενοποίηση των πάντων σε ένα κοινό σύστημα που όριζε τις παραμικρές πλανητικές δομές. Ρουφούσε τόσο την πνευματική όσο και την υλική ουσία των πραγμάτων με ένα τρόπο που εάν μπορούσαν οι μηχανές των ανθρώπων να κατανοήσουν θα το παρομοίαζαν με Φυσική Μεταβολή, ενώ οι Θρησκείες θα το ονόμαζαν απλώς Κατακλυσμό.

Έτσι συνέβαινε και με τον Νέο Υλικό Κόσμο που όριζε η σύγχρονη δραστηριότητα των Ανθρώπων της Πόλης. Αφού η Μητεραγήρ έπαιρνε ολοένα και μεγαλύτερες ποσότητες από τα έργα, τα προϊόντα των ανθρώπων, είχε πλέον ξεκινήσει να αδιαφορεί πλήρως για την αφομοίωση των ανθρώπων αυτών καθ’ εαυτών. Δεν ήθελε πλέον να ρουφά την ύλη και τα μόρια των σωμάτων τους, δεν νοιαζόταν καν να τους επιτρέψει το δικαίωμα να σαπίσουν, ή να σπείρει τις στάχτες τους σε όλα τα σημεία του Ορίζοντα με τον Αέρα. Τα κύματα δεν έπαιρναν τα κουφάρια ή τις στάχτες μέσα τους, δεν τα δεχόντουσαν στο βυθό, παρά μόνο τα παρατούσαν περιφρονητικά στην επιφάνεια να επιπλέουν. Ο στόχος ήταν πλέον άλλος: η πόλη, η κάθε μητρόπολη, οι κατασκευές και τα προϊόντα.

Οι άνθρωποι είχαν παρατηρήσει αυτή τη φυσική ανωμαλία, αλλά δεν μπορούσαν να την εξηγήσουν. Δεν ήξεραν γιατί η κάθε ταφή, ή καύση ήταν αποτυχημένη, οι Θρησκείες είχαν όλες έρθει σε κρίση, καθώς δεν μπορούσαν να εξηγήσουν πώς γίνεται να μην υπάρχει μία κάποια μετά θάνατον κατάσταση, καθώς η σήψη δεν ερχόταν ποτέ, ενώ το κάψιμο δεν έκανε τίποτα στο σώμα των νεκρών. Η έννοια της Μετά Θάνατον Ζωής, της Μετενσάρκωσης, της Ανάστασης και άλλων Μύθων έμοιαζε με ανέκδοτο, ασύμβατο με τη νέα Φυσική κατάσταση των πραγμάτων.

Η Μητεραγήρ αδιαφορούσε για τον πανικό των Ανθρώπων. Συνέχιζε απρόσκοπτα την πορεία διάλυσης που είχε επιλέξει να ακολουθήσει. Άνοιγε ρήγματα τεραστίων διαστάσεων (κάποιοι αφελείς ονόμασαν στη γλώσσα τους αυτή την επιλογή του Πλανητικού Όντος ως σεισμική δόνηση) και έπαιρνε μέσα της ολόκληρα κτίρια, αυτοκίνητα, συσκευές και όλα όσα χαρακτήριζαν την καθημερινή δραστηριότητα των ανθρώπων. Εκατομμύρια ήταν οι άνθρωποι που βρίσκονταν εγκλωβισμένοι σε όλα αυτά τα τεχνουργήματα, εύλογο ήταν, λοιπόν, ότι συναντούσαν έτσι τον θάνατο ακαριαία ή βασανιστικά. Η Μητεραγήρ, όμως, ήθελε τις συσκευές, το μπετόν, τα μέταλλα, τα ανθρώπινα δημιουργήματα και όχι τους ανθρώπους. Έτσι, έβρισκε πάντοτε τρόπο να βγάζει τους νεκρούς και πάλι πίσω στην επιφάνεια, σαν να ήταν αυτοί τα περιττώματα της τεχνο-πέψης της.

Η καταστροφή δεν σταματούσε πουθενά, σε αέρα, ξηρά και θάλασσα. Το Πλανητικό Όν δεν είχε σκοπό να εμποδιστεί, δεν θα μπορούσε κανείς, άλλωστε να αντιληφθεί την πηγή της πλανητικής αυτής μεταβολής. Τα αεροπλάνα έπεφταν για ανεξήγητους λόγους, χωρίς να μπορούν οι πιλότοι να κάνουν τίποτα για αυτό. Η Μητεραγήρ χειριζόταν όλα τα μόρια του αέρα. Μόλις έβρισκαν το έδαφος, άνοιγαν τρύπες και τα ρουφούσαν μέσα τους. Οι νεκροί επιβάτες, έπειτα από λίγη ώρα έβρισκαν το δρόμο τους προς την επιφάνεια, ανέγγιχτοι, αλλά άψυχοι. Το ίδιο συνέβαινε με όλα τα πλοία στις θάλασσες, αφού και το νερό ήταν ένα μέρος του πλανητικού όντος. Βυθίζονταν το ένα μετά το άλλο και μόλις ακουμπούσαν στο Βυθό, άνοιγε το έδαφος και τα ρουφούσε μέσα στα έγκατα της Μητεραγήρ. Οι νεκροί ναυτικοί, ανέγγιχτοι και αυτοί, αλλά χωρίς ίχνος ζωής μέσα τους, επέστρεφαν στην επιφάνεια της θάλασσας και επέπλεαν άσκοπα.

Στις μητροπόλεις η αποδόμηση συνεχιζόταν με γοργούς ρυθμούς μπροστά στα έκθαμβα μάτια των ανθρώπων. Τα κτίρια εξαφανίζονταν χωρίς χρονοτριβή, όλα όσα συνέθεταν τον υλικό κόσμο των ανθρώπων γίνονταν βορά του εθισμού της Μητεραγήρ. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, όλα όσα όριζαν την κυριαρχία του ανθρώπινου είδους έναντι των φυσικών πόρων και του ζωικού βασιλείου είχαν καταστραφεί ολοσχερώς, ενώ δεν είχε μείνει ίχνος από τα συντρίμμια πάνω στην επιφάνεια του εδάφους ή της θάλασσας. Το μόνο που είχε απομείνει ήταν τα άψυχα ανθρωπο-περιττώματα της καταστροφικής δραστηριότητας της Μητεραγήρ. Πτώματα ανέπαφα παντού, ανάμεσα σε όσους είχαν καταφέρει να γλυτώσουν… Όλοι τους έστεκαν σαστισμένοι να αντικρίζουν το απόλυτο κενό εκεί που άλλοτε υπήρχαν οι κραταιές Μεγαλουπόλεις και ο «Πολιτισμός». Κατά τα άλλα, τα δάση, ο φυσικός κόσμος, ολόκληρη η χλωρίδα και η πανίδα έμενε ζωντανή και τώρα πια κυρίαρχη στον Πλανήτη.

Η Μητεραγήρ είχε πλέον σταματήσει, προκειμένου να κατανοήσει όλα όσα είχε αποδομήσει… Δεν μπορούσε να καταλάβει τελικά τι ήταν όλα αυτά που είχε βάλει μέσα της, δεν υπήρχε πνεύμα, ή ουσία σε όλες αυτές τις τόσο εντυπωσιακές εκφάνσεις του Υλικού. Αποφάσισε να αφήσει έναν νέο κύκλο δημιουργίας να ξεκινήσει προκειμένου να βρει νέο στόχο, νέα πηγή τροφοδότησης. Μόνο που αυτή τη φορά διέλυσε τις Νεράιδες της Σκόνης που έστεκαν κοντά στις Μητροπόλεις και τις αναδημιούργησε κοντά στα πολύβουα δάση, δίπλα στα ζώα που ζούσαν εκεί…

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *