Η Μουσικίσκη και οι Βραχοχελώνες της ακτής

Δεν μπορούσες να ακούσεις το κύμα. Και να ήθελες να πιάσεις τις νότες του, ακόμα και αν είχες τη δύναμη και τη δυνατότητα να αισθανθείς την αλληλουχία των ήχων που προκαλεί ένας παφλασμός δεν θα κατάφερνες ποτέ να κατανοήσεις ότι αυτοί οι ήχοι ήταν η γλώσσα στην οποία μιλούσε η Μουσικίσκη με τις Βραχοχελώνες της Ακτής. Εκείνο που μπορούσες να ακούσεις ήταν ένα σύνολο από παλμούς κυμάτων, ήχους θάλασσας γνώριμους, αλλά όχι τον πραγματικό ήχο που έβγαζε η συνεννόηση της Μουσικίσκης με τις βραχώδεις μορφές σε κάθε ακτή του κόσμου. Οι Βραχοχελώνες ήταν εκεί, σε κοινή θέα όλων, αλλά κανείς δεν μπορούσε πραγματικά να κατανοήσει την πραγματικότητά τους.

Η πεζή ανθρώπινη αντίληψη δεν θα έστεκε ποτέ ικανή να νιώσει, να ακούσει και να αφομοιώσει αυτές τις υπάρξεις, τις οποίες, όμως, συναντούσε καθημερινά. Ο τίτλος του φαντάσματος δεν θα κατάφερνε ποτέ να τις περιγράψει επαρκώς. Η γοητεία του απολύτως απαρατήρητου ήταν για τη Μουσικίσκη ο θρόνος ενός Υπερ-Βασιλείου, μία κατάκτηση της Χώρας της Ανυπαρξίας, η οποία είχε το προνόμιο της απόλυτης επισκόπησης του Κόσμου των Τάχα Ζωντανών. Έμοιαζε η Μουσικίσκη να είναι ο χειριστής στο Πανοπτικόν του Κόσμου, μόνο που η ύπαρξή της είχε μέσα της σε μεγαλύτερο βαθμό τον ήχο παρά την εικόνα.

Δεν ήταν οι Τάχα Ζωντανοί και ο κόσμος τους που ένοιαζαν τόσο πολύ τη Μουσικίσκη, αλλά οι Βραχοχελώνες της Ακτής. Οι Τάχα Ζωντανοί τις ονόμαζαν «βράχια» πλάι στη θάλασσα, καθόντουσαν πάνω τους κάθε φορά που έκαναν τη βόλτα τους στην ακτή, άφηναν χωρίς να το σκεφτούν πάνω τους τα άθλια σκουπίδια τους, αποτσίγαρα, υπολείμματα τροφών και ό,τι άλλο μπορεί να σκεφτεί ένας υπερκαταναλωτικός νους.

Εκείνο που δεν μπορούσε κανείς από τους ανθρώπους να κατανοήσει ήταν ότι αυτό το «άψυχο» κομμάτι πέτρας που έβλεπαν μπροστά τους δεν ήταν παρά ένα μόνο κομμάτι από ένα βραχοσύνολο ασύλληπτων διαστάσεων. Δεν ήταν αυτοί οι πέτρινοι στρατιώτες της Γης, ήταν θεότητες της δομής του πλανήτη. Η Μουσικίσκη θα μπορούσε να στοιχηματίσει ότι εάν μπορούσε να ταξιδέψει σε άλλα μέρη του Γαλαξία, το ίδιο σταθερά και όχι ρευστά, όπως άκουγε ότι είναι οι άλλοι πλανήτες του ηλιακού συστήματος, θα συναντούσε και πάλι τέτοιες υπερβατικές μορφές βράχων, μόνο που η υποτίθεται ακίνητη πέτρα δεν ήταν παρά μόνο ένα κέλυφος, το οποίο μέσα του φιλοξενούσε μία πλανητική ψυχή.

Εάν ένας βιολόγος προσπαθούσε να περιγράψει την ψυχή αυτή, την ύπαρξη της βραχοχελώνας θα έφτανε σε αδιέξοδο. Θα ζητούσε την αρωγή ενός γεωλόγου, προκειμένου να προσδιορίσει το πώς είναι δυνατόν ένα πλέγμα από βράχια που έφταναν ως τα έγκατα της Γης να είναι ζωντανό. Από τη μεριά του, ο γεωλόγος θα αναρωτιόταν ποιες είναι οι δομές εκείνες μέσα στην πέτρα που μπορούν να επιτρέψουν σε μια ψυχή, μία ζωντανή ύπαρξη να λειτουργήσει εκεί. Είναι, τελικά, σίγουρο, ότι οι επιστήμονες θα έφταναν σε έναν δρόμο γεμάτο αδιέξοδα καθώς θα προσπαθούσαν να εξηγήσουν τις βραχοχελώνες της ακτής και τελικά θα εγκατέλειπαν την κάθε τους προσπάθεια. Ίσως και να άφηναν τις εξηγήσεις στις θρησκείες. Άλλωστε, πάντοτε σε ό,τι η επιστήμη δεν κατάφερνε να δώσει πειστικές απαντήσεις, οι ατελείς άνθρωποι έβαζαν τη θρησκεία να φτιάξει τις δικές της μυθοπλασίες, οι οποίες μέσα από την προπαγάνδα μπορούν να καλλιεργήσουν συνειδήσεις και αφορισμούς. Ακόμα και αν κατάφερνε, όμως, η οποιαδήποτε θρησκεία να δώσει μία εξήγηση για την υπερβατική ύπαρξη της κάθε Βραχοχελώνας στις ακτές του κόσμου, με κανέναν τρόπο δεν θα μπορούσε να συλλάβει την ύπαρξη της Μουσικίσκης.

Ίσως ο πιο κατάλληλος για να την περιγράψει να ήταν ο παιδικός νους, ο γεμάτος φαντασία και αγνή διάθεση για δημιουργία εγκέφαλος των παιδιών των ανθρώπων. Αυτό θα συνέβαινε επειδή σε εκείνη την περίοδο της ανθρώπινης ζωής η εγκεφαλική λειτουργία των διπόδων τούτου του πλανήτη δικαιολογούσε το όνομά που τους είχε δοθεί, περισσότερο ως ευχή και λιγότερο ως πραγματικό χαρακτηριστικό. Οι ενοχές της μετέπειτα ενήλικης ζωής θα ήταν οι αιτίες που έκαναν την ύπαρξη της Μουσικίσκης να φαντάζει ως αστείο, θρύλος, παραμύθι, ψέμα και άλλα τέτοια φαιδρά ονόματα με τα οποία θα επέλεγαν να συνοδεύσουν την φήμη της οι φοβισμένοι να δώσουν χώρο στην φαντασία ενήλικοι.

Άσχετα, όμως, από όλα όσα πίστευαν οι άνθρωποι, η Μουσικίσκη ήταν μία πέρα για πέρα αληθινή Υπερ-Ύπαρξη, η οποία είχε την ικανότητα να συλλάβει το πλανητικό, μπορούσε να νιώσει τη Φύση και να μιλήσει μαζί της, χωρίς να είναι ανάγκη να βασιστεί σε μία από τις ανθρώπινες γλώσσες. Άλλωστε, οι πλανήτες, τα αστέρια, το σύμπαν και η Δημιουργία η ίδια είχε τη δική της γλώσσα, μία μουσική αλληλουχία που θα μπορούσε κανείς να κατανοήσει μόνο εάν χρησιμοποιούσε ως όργανο ορχήστρας τα πάλσαρ, ή εάν επέλεγε για μέρη της συμφωνίας που συνέθετε τα στοιχεία που απαρτίζουν την διαστρική σκόνη.

Σε αυτή τη γλώσσα, λοιπόν, μιλούσε η Μουσικίσκη, πέρα από το ακουστικό φάσμα της ανθρώπινης ακοής, αλλά με κατανοητούς όρους και συχνότητες για αρχέγονες μορφές όπως ήταν οι Βραχοχελώνες. Αν και, για να είναι κανείς δίκαιος, θα έπρεπε να μην προσεγγίζει με χρονικούς όρους τέτοιες μορφές. Τόσο η Μουσικίσκη όσο και οι Βραχοχελώνες είναι άχρονες οντότητες που θεωρούν το επέκεινα ως καθημερινότητα και αυτό ακριβώς είναι το βασικό στοιχείο που τις καθιστά άφθαρτες. Δεν επηρεάζονται από τον χρόνο, αλλά ορίζουν το τι σημαίνει η φράση «Για Πάντα». Από τη σκοπιά της φθοράς στην πάροδο του χρόνου, η ορατή επιφάνεια των Βραχοχελώνων, εκείνο το κομμάτι που οι άνθρωποι στην ακτή ονόμαζαν βράχο ήταν γεμάτο εμφανείς φθορές, κυρίως από την αλμύρα και το διαρκές παιχνίδι της Θάλασσας μαζί τους. Πώς θα μπορούσε, όμως, ένας άνθρωπος με πεπερασμένη χρονικά ψυχή να καταλάβει ότι η Θάλασσα ήταν το υλικό χάδι της Μουσικίσκης πάνω στις αγαπημένες της Βραχοχελώνες, ένα παιχνίδι αλλαγής της εξωτερικής εικόνας των τεράστιων αυτών μορφών που έφταναν μέχρι τον πυρήνα του πλανήτη; Δεν τις πείραζε, φυσικά, τις Βραχοχελώνες που η Μουσικίσκη άλλαζε τις λεπτομέρειές τους στο ορατό φάσμα της ανθρωπότητας. Είναι αλήθεια ότι γνώριζαν πως συχνά για τα δικά τους μέτρα, δηλαδή μία φορά κάθε πολλές χιλιάδες χρόνια, η ίδια η Μουσικίσκη θα έδινε το μελωδικό της πρόσταγμα στις Βραχοχελώνες να μετακινηθούν, να φύγουν από τη θέση τους, αλλάζοντας τις μορφές των ηπείρων, του εδάφους και ολόκληρου του πλανήτη.

Η Μουσικίσκη από την μεριά της, δεν σπαταλούσε τις ευκαιρίες που είχε να προκαλέσει την Πλανητική Αλλαγή. Ήξερε ακριβώς πότε θα την προκαλούσε και γιατί η κάθε αλλαγή, μαζί με την καταστροφή θα έφερνε την ανανέωση. Ένιωθε την ανάγκη της Γεωγραφίας να δημιουργηθεί ξανά, της Φύσης να έρθει στο προσκήνιο και να φέρει τα πάνω κάτω σε έναν πλανήτη όπως η Γη. Ετοίμαζε την εσωτερική δομή της, αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν εξαγνισμό ψυχής, προκειμένου να μπορέσει να παίξει τη μελωδία του καλέσματος των Βραχοχελώνων σε κίνηση, γνωρίζοντας ότι αυτό θα έχει ως συνέπεια το τέλος, μαζί με τη νέα αρχή. Δεν χαιρόταν που θα τελείωνε η ζωή τόσων όντων, αλλά γνώριζε ότι δεν υπήρχε άλλη επιλογή.

Μία τέτοια στιγμή στην αιώνια πλανητική ιστορία ήταν και η σημερινή. Εκείνο το γλυκό ανοιξιάτικο δειλινό, όπου έμοιαζε η θάλασσα να καλεί όλους τους ανθρώπους να έρθουν κοντά της για να απολαύσουν την ευεργετική της ενέργεια, καθώς δεχόταν την εικόνα του Ήλιου να βουτά βαθιά μέσα της.

Ταυτόχρονα, ένα ελαφρύ αεράκι χάιδευε τα αισθητήρια όργανα των ανθρώπων με γαλήνη, ειδυλλιακές εικόνες δημιουργούσαν αναμνήσεις στους εγκεφάλους των θνητών και έμοιαζε λες και μία πλάση ολόκληρη ήταν κατασκευασμένη από το χέρι ενός φιλεύσπλαχνου θεού. Αυτή, λοιπόν, ήταν η απόλυτη στιγμή που η Μουσικίσκη θα φανέρωνε τις δυνάμεις της. Δεν θα επιζούσε όμως, κανείς άνθρωπος για να μπορέσει να εξιστορήσει αυτό που συνέβη. Η εξάλειψη θα οδηγούσε σε νέα γέννηση και νέο ξεκίνημα. Κανείς, όμως, δεν θα μπορούσε να το περιμένει αυτό. Ίσως, μόνο οι προφήτες να μπορούσαν να πουν κάτι για αυτό προτού συμβεί, εφόσον είχαν πραγματικά την ικανότητα να νιώσουν το πλανητικό και εάν -και μόνο εάν- δεν ήταν απλοί σαλτιμπάγκοι του μεταφυσικού.

Για κάποιους θα μπορούσε αυτό να σηματοδοτεί το Τέλος. Για συμπαντικά (μήπως και τα πραγματικά σημαντικά;) αυτή ήταν μόνο μία μικρή στιγμή, ένα απειροελάχιστο σημείο στο μεγάλο άξονα που ορίζει το πριν και το μετά. Μία μικρή αλλαγή, ένας διακόπτης που ανοίγει και κλείνει, πηγαίνει από μία κατάσταση σε μία άλλη, οι συνέπειες από αυτή την αλλαγή όμως, μπορούν κυριολεκτικά να αφανίσουν ένα ολόκληρο είδος. Και αυτό το είδος ήταν ο άνθρωπος. Το είδος εκείνο που το όνομά του έλεγε ότι κοιτά ψηλά, ενώ ο κίνδυνος για την ύπαρξή του δεν έρχεται από τους ουρανούς, αλλά από τα έγκατα της Γης. Η Μουσικίσκη συνδύασε με τον μοναδικό της τρόπο τις νότες του αέρα, τον παφλασμό των κυμάτων και τους παλμούς που φέρνουν κοντά τα άτομα της ύλης προκειμένου να δημιουργήσουν νέους δεσμούς ή να επιδοθούν σε ένα αέναο παιχνίδι σχάσεων και δημιουργικών διαχωρισμών. Η διαδικασία είχε μόλις ξεκινήσει. Σαν να ξυπνούν από αιώνιο λήθαργο, οι Βραχοχελώνες ξεκίνησαν να κινούνται ανεπαίσθητα στην αρχή, λίγο πιο γρήγορα αργότερα. Όσες βρίσκονταν στο Νότο ξεκίνησαν τον ταξίδι τους προς τον Βορρά. Όσες ήταν στην Ανατολή ξεκίνησαν για τη Δύση και αντίστροφα. Ολόκληρος ο πλανήτης άλλαζε σχήμα και μορφή. Τις κατευθύνσεις τις καθόριζε η Μουσικίσκη με τα μοναδικά της πλανητικά προστάγματα, ήταν ο μουσικός πλοηγός της Αναδημιουργίας.

Οι Τάχα Ζωντανοί σε λίγο θα γίνονταν όλοι μαζί Ιστορία και μετά από ελάχιστο χρόνο θα έπαυαν να είναι ακόμα και πλανητική ανάμνηση. Τι σημασία να έχει άραγε η Εποχή των Ανθρώπων με τα μερικές χιλιάδες χρόνια της μπροστά στα εκατομμύρια χρόνια της πραγματικής Ύπαρξης; Η Μουσικίσκη χαμογέλασε καθώς έβλεπε τους ανθρώπους να πετάγονται έξω από τα τεχνητά δημιουργημένα καταλύματά τους, αφού οι συνεχείς σεισμοί που προκαλούσαν οι κινήσεις από τις Bραχοχελώνες γίνονταν ολοένα και πιο δυνατοί σε ένταση. Κανένα κτίριο δεν μπορούσε να συνεχίσει να ταλαντώνεται σε αυτό τον βραχοχορό που ακολουθούσε τις νότες της Μουσικίσκης. Για όσο κράτησε το χαμόγελο της Μουσικίσκης υπήρξε μία παύση στην πλανητική κίνηση. Αμέσως μετά, το ταξίδι των Ηπείρων συνεχίστηκε με τον ίδιο αμείωτο ρυθμό.

Το χάος των διαλυμένων κτιρίων το διαδέχτηκαν τα τεράστια κύματα της θάλασσας που έμπαιναν με μανία στις κατοικημένες περιοχές και όπου αλλού έστεκε περήφανη η κυριαρχία των ανθρώπων.

Η ορμή του νερού ήταν γιγάντια, τίποτε δεν μπορούσε να της αντισταθεί. Η ανθρωπότητα είχε αντιμετωπίσει και στο παρελθόν τσουνάμι, αλλά αυτό που συνέβαινε τώρα δεν είχε κανένα προηγούμενο. Για τον άνθρωπο, μα όχι για τον πλανήτη! Η Μουσικίσκη χαμογέλασε και πάλι. Τα κύματα κόπασαν. Έπειτα οι Βραχοχελώνες με ένα πρόσταγμα του διαπλανητικού νου της Μουσικίσκης, συνέχισαν να κινούνται, σέρνοντας αυτό που σχηματικά θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει ως το καβούκι τους.

Το υπόλοιπο ηπειρωτικό μέρος της Γης κινούνταν μαζί τους. Τεράστιες ρωγμές σχηματίστηκαν και αναζωογονητική λάβα ξεκίνησε να πετάγεται προς κάθε κατεύθυνση, διαλύοντας τα πάντα. Μπροστά σε αυτό που συνέβαινε τώρα, η έκρηξη ενός Super Volcano φάνταζε αθώο πυροτέχνημα που χρησιμοποιείται για να εντυπωσιάσει τους καλεσμένους σε μία γιορτή. Θαρρείς και ξερνούσε ο πλανήτης τα σωθικά του στην επιφάνεια, προκειμένου να δώσει νέα σχήματα, νέες δομές.

Πώς θα ήταν αυτές οι νέες δομές; Κανείς δεν θα μπορούσε να γνωρίζει εξαρχής. Το τελικό αποτέλεσμα θα όριζε έναν εντελώς νέο πλανήτη, μία νέα Γη, έτοιμη να δεχτεί νέα ζωή, αφότου θα περνούσαν πάλι εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια εξέλιξης και μέχρι να εμφανιστεί το νέο κυρίαρχο είδος σε αυτή τη γωνιά του ηλιακού συστήματος, αυτού του συγκεκριμένου ηλιακού συστήματος που ήταν μονάχα ένα από τα σημεία του αχανούς σύμπαντος που φιλοξενούσαν ζωή. Το μόνο που δεν θα άλλαζε ήταν η Μουσικίσκη, η οποία θα βρισκόταν πάντοτε εκεί, πάντοτε έτοιμη να παίξει τις μουσικές δημιουργικές νότες της προκειμένου να θέσει σε κίνηση τις Βραχοχελώνες της ακτής, της κάθε ακτής, να θέσει σε κίνηση ηπείρους. Τις νέες ηπείρους του επανασχεδιασμένου πλανήτη που κάποτε τα νοήμονα όντα ονόμαζαν Γη.

Μόλις ολοκληρωνόταν η κίνηση των Βραχοχελώνων θα ερχόταν η στιγμή που θα σήμαινε την αρχή της νέας εποχής. Νέα δημιουργία, νέα είδη ζωής, ένας καινούριος πλανήτης. Η νέα περίοδος θα έβρισκε την Μουσικίσκη σιωπηλή, αλλά με ένα μόνιμο χαμόγελο στο πρόσωπό της, μέχρι την επόμενη κρίσιμη στιγμή που θα αποφάσιζε να παίξει και πάλι τη μουσική της. Οι Βραχοχελώνες θα περίμεναν καρτερικά στις νέες ακτές για τη στιγμή που θα τους έδινε και πάλι το πλανητικό σινιάλο της.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *