Η Ελ και οι 300 Φαύλοι

Μια φορά και έναν καιρό, ένα μικρό κορίτσι ζούσε σε έναν όμορφο τόπο δίπλα στη θάλασσα. Της άρεσε να ζει κοντά στο νερό, να πηγαίνει για παιχνίδι στο Βουνό και να κολυμπά τα καλοκαίρια. Δεν είχε γονείς μα ζούσε μια χαρά μονάχη, χωρίς να αποζητά την προστασία και την ασφάλεια. Έβρισκε όλα όσα ήθελε και είχε ανάγκη, μόνη της, με μόχθο, σεβασμό στη Φύση γύρω της, χωρίς ποτέ της να φοβάται να προσπαθήσει και να καταφέρει ακόμα και τα πιο δύσκολα έργα.

Η Ελ δεν ήθελε να έχει εχθρούς, αντιπάλους και λοιπούς ανταγωνισμούς. Την ενδιέφερε η ουσία και ο συναγωνισμός. Της άρεσε να σκέφτεται το μέλλον και ένιωθε πως δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να το ζήσει κανείς από το να το μοιραστεί με άλλους. Προσπαθούσε, έτσι, να έχει κοντά της όσους περισσότερους ανθρώπους το μπορούσε, άνοιγε εύκολα την καρδιά της και μεγάλωνε με σεβασμό στα συμφέροντα και τις ανάγκες των άλλων. Αγαπούσε τον Κόσμο και ο Κόσμος έδειχνε να της ανταποδίδει τα αισθήματα αυτά.

Στη χώρα της Ελ ζούσαν, όμως, και οι Φαύλοι. Ήταν 300 τον αριθμό και κανείς δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα πώς είχαν μαζευτεί εκεί, από πού προήλθαν και γιατί έμοιαζε η κάθε τους συνάντηση με μηχανορραφία. Τα λόγια τους ήταν μεστά, πλούσια σε λέξεις και προσκλήσεις, μα σε δεύτερη ανάγνωση θα τα ‘λεγε κανείς ότι έμοιαζαν με ύμνους στο Κακό.

Η Ελ όμως, δεν είχε μάθει γραφή και ανάγνωση και έτσι καλοκάγαθη όπως ήταν, δέχτηκε τους 300 Φαύλους στο σπίτι της, τους άφησε να χτίσουν τα παλάτια τους δίπλα της στη θάλασσα και αποφάσισε να τους δώσει ό,τι της ζητήσουν. Εκείνοι, όμως, δεν σταμάτησαν εκεί. Συνέχιζαν να χτίζουν μέρη και παλάτια σε όλη την γύρω περιοχή, να διαλύουν το κάλλος με μηχανεύματα και θόρυβο πολύ. Γέμισαν τη θάλασσα με περιττώματα και ουσίες που η Ελ δεν είχε δει ξανά. Τα ψάρια εξαφανίστηκαν και το νερό έμοιαζε γκρίζο.

Σειρά είχε το βουνό. Εκεί οι Φαύλοι έχτισαν εργοστάσια και υποδομές, γιγάντια κτίρια και ακόμα περισσότερα παλάτια που δεν ταίριαζαν με το τοπίο. Τα πουλιά εξαφανίστηκαν, τα ζώα κρύφτηκαν σε μέρη άγνωστα και πέθαναν εκεί. Η Ελ δεν μπορούσε πια να παίζει στο Βουνό, αφού ο αέρας του μολύνθηκε, σκοτείνιασε ο ουρανός και παντού μύριζε Παραγωγή και έργο του Αφύσικου.

Πόλεις και δρόμοι είχαν γεμίσει όλο το ζωτικό της χώρο και έτσι η Ελ αποφάσισε να κλειστεί μέσα στο σπίτι της για να μεγαλώσει ήρεμα εκεί. Όμως, οι 300 Φαύλοι και πάλι μηχανεύτηκαν τον τρόπο να την πλησιάσουν. Έφτιαξαν τους Μεταλαμπαδευτήρες, συσκευές καμωμένες από Φως και Χρώμα, τις οποίες τοποθέτησαν σε κάθε σπίτι με γλυκιά πειθώ. Οι Μεταλαμπαδευτήρες έδειχναν όλοι τα ίδια πράγματα, εικόνες του κόσμου, όπως ήθελαν οι 300 να είναι, ενώ παράλληλα παρέδιδαν ταχύρρυθμα μαθήματα στην έννοια της Φαυλότητας.

Όσο και αν ήθελε η Ελ να αντισταθεί στη γλυκιά φενάκη των Μεταλαμπαδευτήρων, δεν της ήταν εφικτό να αντισταθεί στη γυάλινη μαγεία τους. Κατέληξε να ρουφά με μανία όσα οι Μεταλαμπαδευτήρες έφερναν στο νου της και υποδηλώθηκε. Τότε ήταν που η Ελ αποφάσισε να παραδοθεί άνευ όρων στους 300 Φαύλους. Της έμοιαζε αυτή η μόνη επιλογή, το μόνο νόημα στη μη ζωή της.

Οι Φαύλοι, όμως, δεν μπορούσαν να αρκεστούν στην παράδοσή της αμαχητί. Επέλεξαν να τη σκοτώσουν ύπουλα, απλώς και μόνο επειδή δεν μπορούσαν να βρουν τι άλλο θα μπορούσαν να κάνουν μαζί της. Τώρα που την είχαν κατακτήσει, δεν έβρισκαν άλλο νόημα στο να προσπαθούν να φέρουν την Ελ με το δικό τους μέρος. Μπήκαν με μία βίαιη κίνηση όλοι μαζί στο σπίτι της, την ποδοπάτησαν, τη βίασαν και έπειτα την έπνιξαν με τα γυμνά τους χρυσά χέρια.

Και έτσι τελειώνει εδώ μια ιστορία που είναι παραμύθι και αλήθεια μαζί…

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *