Μέγκαμαν

Μια φορά και έναν καιρό, στις πόλεις της ψηφιακής βροχής ζούσε ο Μέγκαμαν, τον οποίο οι θνητοί και όσοι ζούσαν ζωές με δυσκολία είχαν ονομάσει Άρχοντα του Υλικού και Ρυθμιστή. Δεν είχαν άδικο που του είχαν δώσει τέτοιο όνομα, αφού εκείνος διάλεγε, έπαιρνε, κατακτούσε, όπως ήθελε και ό,τι ήθελε. Ο Μέγκαμαν ήταν παντοδύναμος και πανταχού παρών. Κανείς από τους υπανθρώπους που δεν γνώριζαν το έλεος, δεν είχε δει ποτέ τον Μέγκαμαν. Είχε νιώσει την παρουσία του, είχε εκτελέσει τις εντολές του και τον είχε τροφοδοτήσει με ενέργεια, αλλά δεν είχε τολμήσει ποτέ του προς τη μεριά του να κοιτάξει. Τούτο ήταν ασέβεια, υπέρβαση των ιερών διαχωρισμών μεταξύ Εκείνου και της μάζας, ενός κοινού που θεωρούνταν ό,τι ακριβώς έλεγε και η λέξη που το συνόδευε: Ίδιο, με έναν όμοιο τύπο, μια μορφή και ας ήταν το κάθε μέλος του μονάδα και ως τέτοια, τι άλλο; Μοναδική!

Ο Μέγκαμαν δεν χρειαζόταν μέσα επιβολής και τεχνουργήματα της βίας για να απολαμβάνει την εξουσία που του προσέφερε ο διαχωρισμός αυτός. Δεν είχε ανάγκη την πειθώ. Βασιζόταν στην εξάρτηση. Εκείνοι είχαν ανάγκη τις ψηφίδες που τους δάνειζε για να ορίσουν τον κόσμο γύρω τους, τα ηλεκτρόνια για να κινηθεί το ρεύμα της ύπαρξής τους, τους αριθμούς που εκείνος μπορούσε μόνο να παράγει, για να μπορέσουν να μετρήσουν τις ανάσες τους και να καταλάβουν ότι είναι ζωντανοί. Χωρίς Εκείνον, δεν υπήρχαν και εκείνοι.

Πού και πού εμφανιζόντουσαν κάποιοι Διαφορετικοί, Εκλεκτοί, Μεσσίες και Υπεύθυνοι, οι οποίοι αποφάσιζαν να επαναστατήσουν, να νικήσουν τον Μέγκαμαν, καθώς τολμούσαν το ασύλληπτο: Να ορθώσουν ανάστημα απέναντι στον απόλυτο αντίπαλο, να θεωρήσουν ότι μπορούν να χτυπήσουν το συστημικό του Είναι και να αλλάξουν τον κόσμο και τις συνθήκες του.

Ποτέ δεν τα κατάφερναν, όμως. Όχι επειδή ο Μέγκαμαν διάλεγε τον φαιδρό δρόμο της καταστολής, αλλά επειδή δεν είχαν ποτέ τους υποστηρικτές. Κανείς δεν ήταν τόσο τρελός, ή ουτοπιστής ώστε να νιώσει ότι μπορεί να τα βάλει με τον αέναο Τροφοδότη και έτσι το κοινό απλώς άκουγε το κάθε μανιφέστο, αλλά δεν ακολουθούσε τις επιταγές του. Προτιμούσε πάντοτε την ασφάλεια και νοικοκυροσύνη των επιταγών του Μέγκαμαν, των ψεύτικων μεν, μόνιμων και δελεαστικών δε, υποσχέσεων Εκείνου και έτσι η κάθε αλλαγή γινόταν ιστορία.

Υπήρχε όμως τρόπος και αυτός δεν ήταν άλλος από το να πάψουν πια οι Εκλεκτοί. Για να νικήσει κανείς τον Μέγκαμαν έπρεπε απλώς και μόνο να αλλάξουν τον τρόπο σκέψης τους όλοι μαζί. Δεν είχαν ανάγκη τον Μέγκαμαν, και ας νόμιζαν όλοι ότι Εκείνος είναι απαραίτητος. Εάν έστρεφαν αλλού το βλέμμα τους, στο εσωτερικό, θα ένιωθαν για πρώτη τους φορά τι σημαίνει να έχεις Ψυχή, μερικοί ίσως για πρώτη φορά στη ζωή τους θα καταλάβαιναν ότι ο Μέγκαμαν έστεκε πάνω από τις ζωές τους ως ένας Θεός του Υλικού και τίποτε παραπάνω. Τα καλώδιά του που ρουφούσαν λίγο – λίγο τις ζωές τους, ήταν συνδεδεμένα με τους εγκεφάλους τους. Μπορούσαν να τα βγάλουν από πάνω τους και δεν θα πέθαιναν, παρόλο που όλοι νόμιζαν ότι κάνοντάς το αυτό η συνέπεια ήταν μία και λεγόταν ανυπαρξία.

Όμως ανυπαρξία ήταν εκείνο που κάθε μέρα ένιωθαν κοντά του, ή μάλλον κάτω από την απόλυτη κυριαρχία του. Οι πόλεις της ψηφιακής βροχής είχαν και άλλη επιλογή και εκείνη ήταν ο δρόμος του εσωτερικού φωτός. Έτσι, με μια συντονισμένη κίνηση που μόνο σε τραγούδια συναντά κανείς, η ουτοπία έγινε το σήμερα. Το κοινό έγινε σύνολο από μονάδες, καθώς όλοι μαζί έβγαλαν τα καλώδια του Μέγκαμαν από το κεφάλι τους και μέτρησε ο καθένας και η καθεμιά ανάσες με ανεξάρτητα μετρικά συστήματα και αριθμούς που ποτέ άλλοτε δεν είχαν συναντήσει ή τολμήσει να χρησιμοποιήσουν.

Η ψηφιακή βροχή σταμάτησε και ο Ήλιος διέλυσε με μια επίθεση φωτονίων τις αναπαραστάσεις του Μέγκαμαν, ο οποίος -βασιζόμενος σε εκείνο το δόγμα της μη βίας για την υποταγή- δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Άρχισε να λιώνει, το οικοδόμημα στο οποίο έστεκε και παρατηρούσε τις μάζες έγινε το ίδιο τώρα μάζα και δεν τον κρατούσε πια. Τα καλώδια του Μέγκαμαν γύρισαν προς το κεφάλι του και προσπάθησαν να πάρουν από εκεί ενέργεια, μα ετούτο ήταν ένας κανιβαλισμός. Τον μαστίγωσαν και άρχισαν να τον πνίγουν καθώς από Άρχοντας του Υλικού μετατρεπόταν σε Άυλη Ανάμνηση. Η μάζα είχε γίνει σύνολο Ανθρώπων και έφευγε προς την κατεύθυνση του Ήλιου, καθώς ο Μέγκαμαν περνούσε τώρα στην Ανυπαρξία, ίσως και πολύ πέρα από αυτή…

Και έτσι τελειώνει εδώ μία ακόμα ιστορία που είναι παραμύθι και αλήθεια μαζί…

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *